να κρίνουμε ή να μην κρίνουμε; ιδού η απορία.
Κ. Φωτεινός: H μη-βίαιη επανάσταση στην παιδεία.
Το Καφέ Σχολειό της γειτονιάς.
Να γράψω ένα βιβλίο που θα αποτελούσε κριτική της παιδείας σήμερα, μου ζήτησε ο υπεύθυνος του εκδοτικού οίκου, όταν ήρθε να με δει. Απάντησα ότι δεν μου αρέσει η κριτική κι αυτοί που κρίνουν. Επειδή γνώριζα τι είδους άνθρωπος είναι, κατάλαβα τη σημασία του μηνύματός του, αλλά ήθελα απλούστατα να σημειώσω τη δικιά μου θέση. Όχι... δεν αγαπώ την κριτική. Αλλά αυτό δεν με εμποδίζει να έχω προτιμήσεις και γνώμες. Δεν αγαπώ το σχολειό, όπως είναι σήμερα.. Δεν αγαπώ την παιδεία, όπως ασκείται στα σχολειά μας. Δεν αγαπώ τη μεταχείριση που κάνει στα παιδιά και τους νέους μας. Η εκπαιδευτική και η σχολική εξουσία ασκείται με τιμωρίες και ανταμοιβές. Η απαγόρευση είναι το κύριο εργαλείο της. Έχω δικαίωμα να εκφράσω τη διαφωνία και τη δυσαρέσκειά μου αλλά, αυτό που εκφράζω συνοδεύεται από το ρήμα "μου αρέσει", "δεν μου αρέσει", που προηγείται από κάθε διατύπωση. Είναι σαφές πως ό,τι ακολουθεί αυτό το ρήμα είναι μια υποκειμενική και προσωπική γνώμη, που έχει τη σχετική αξία των δικών της ορίων. Ενώ η κριτική θεωρείται μια αντικειμενική διατύπωση που βασίζεται σε μια συστηματική παρατήρηση και μια έρευνα συγκριτική με επιχειρήματα. Ονομάζει τον εαυτό της αντικειμενικό και προσφέρεται σαν σχεδόν απόλυτη αξία. Είναι μια απόφαση, ένα συμπέρασμα και συχνά, μια καταδίκη. Δεν μου αρέσει η κριτική ούτε αυτοί που κρίνουν. Η γνώμη μου αντίθετα, που πάντα την εκφράζω με το ρήμα "μου αρέσει", δηλώνει σαφώς μια γνώμη εντελώς προσωπική, ένα μήνυμα "εγώ" με τη σημασία της Ροτζεριανής ψυχολογίας. Βασίζεται στις υποκειμενικές μου γνωστικές δομές, στην Ιδιωτική μου Λογική και στο Στυλ Ζωής μου. Συνεπώς πρόκειται για μια γνώμη με προκατάληψη, εξαιτίας των βιωμάτων και των εμπειριών μου. Δεν έχει καμιά αντικειμενική αξία.. Το δικαίωμα να εκφράζω τη δυσαρέσκειά μου είναι στοιχειώδες δικαίωμα κάθε ανθρώπου. Αλλά, Θεέ μου, πόσο πρέπει να προσέχουμε αυτά που εκφράζουμε. Όλοι χωρίς εξαίρεση αποδίδουμε στις δικές μας πεποιθήσεις μια σχεδόν απόλυτη αξία.
Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν το να εκφράζουμε - με μια κάποια επιμονή όπως το κάνουμε συνήθως - τη γνώμη μας έχει κάποιο πραγματικό αποτέλεσμα. Γιατί το κάνουμε; Απλώς συχνά μας εκτονώνει συναισθηματικά και μας κάνει καλό, φτάνει να μην κάνει κακό στους άλλους. Η μόνη συνέπεια που μπορεί να έχει είναι να ευχαριστήσει και να ικανοποιήσει το μικρό μου εγώ. Τι δυστυχία!
Άλλες φορές, αντίθετα, νομίζω ότι όταν εκφράζουμε τις γνώμες και τις πεποιθήσεις μας αναλαμβάνουμε μια ηθική ευθύνη. Οι συγκινήσεις και τα συναισθήματά μας αποκαλύπτουν τον εσωτερικό μας εαυτό και μας κάνουν διαφανείς στους άλλους. Πρόκειται για ψυχολογική εντιμότητα. Αλλά, Θεέ μου, πόσο είναι ανάγκη να μάθουμε να διατυπώνουμε σωστά τις απόψεις μας.
Δεν επιθυμώ να κρίνω την παιδεία μας, εδώ στον τόπο μας. Ποιος είμαι εγώ που θα την κρίνω; Από που μου δόθηκε το δικαίωμα να κρίνω; Δεν μου αρέσουν οι κάτοχοι της αλήθειας. Έχουν κάνει πολύ κακό στο ανθρώπινο είδος. Η κριτική είναι η πιο στείρα διατύπωση που γέννησε ποτέ η ρητορική. Αυτοί που κρίνουν, και έχω συναντήσει πολλούς στη ζωή μου, είναι άνθρωποι που συχνά υποφέρουν από ανικανότητα. Φοβούνται να περάσουν στην ελεύθερη και υπεύθυνη πράξη. Υποφέρουν από απαγόρευση της πράξης. Μια από τις ψυχολογικές αντιδράσεις της ανικανότητας, είναι η κριτική. Αλλά πιστεύω ακόμα λιγότερο στις διορθωτικές επεμβάσεις και στις απαγορεύσεις. Οι αρχές που απαγορεύουν, είναι ανίκανες να βρουν λύσεις στα σημαντικά προβλήματα. Η πιο εύκολη λύση λοιπόν, είναι η απαγόρευση. Αν θυμηθούμε όλες τις φορές που έχουμε τιμωρήσει τα παιδιά μας στο σπίτι και τους μαθητές μας στο σχολειό, θα δούμε ότι επρόκειτο για κάποια στιγμή που τα γεγονότα μας ξεπερνούσαν. Δεν ξέραμε πια τι να κάνουμε. Η φράση που χαρακτηρίζει αυτή την κατάσταση μας έρχεται αυθόρμητα στο νου και λέει: Είμαι απελπισμένος. Δεν ξέρω πια τι να κάνω, τα δοκίμασα όλα". Τι άλλη απόδειξη χρειαζόμαστε για την ανικανότητά μας να βρούμε μια θετική και δημιουργική λύση;
"Να κρίνω ή να μην κρίνω". Είναι η ερώτηση του δικού μας Άμλετ που είναι εκπαιδευτικός. Τον βλέπω τον εκπαιδευτικό Άμλετ στην τάξη του με τους μαθητές του - μου θυμίζει τον σκεπτόμενο του Ροντέν - να βάζει στον εαυτό του την ερώτηση: "Να κρίνω ή να μην κρίνω, να τιμωρώ ή να μην τιμωρώ, να ανταμείβω ή να μην ανταμείβω". Είναι χαμένος. Τι να κάνει τότε; Να αφήσει τη ζωή να συνεχίζεται και να ζει όλο και πιο πολύ τη δυσαρέσκεια που του δημιουργεί; Κι όλα αυτά απλά και μόνο για να μην απαγορεύσει, να μην τιμωρήσει, να μην ανταμείψει, να μην ζητήσει αλλαγές; Βεβαίως η απάντηση μας είναι "όχι". Χρειάζεται να αντιδράσει. Αλλά πως;
Δείτε πως εξαιτίας της επιχειρηματολογίας μας κλειστήκαμε σε ένα ψευδοδίλλημα. Αυτό το δίλημμα είναι ένα σόφισμα. Μια παγίδα της τυπικής λογικής που προχωράει με αντιθέσεις. Ο καημένος ο Άμλετ μας καλείται να διαλέξει ανάμεσα σε δυο αντίθετα: να συνεχίσει να ζει μια ζωή που δεν τον ικανοποιεί απλά και μόνο για να μην απαγορεύσει, να μην τιμωρήσει ή να μην επιβάλει διορθωτικά μέτρα, ώστε να αλλάξει την κατάσταση, ενώ ξέρει πως αυτά τα μέτρα δεν θα είναι αποτελεσματικά και δεν θα φέρουν καμιά ή σχεδόν καμιά αλλαγή. Αυτό το σόφισμα μας κλείνει ανάμεσα σε δυο επιλογές κι ό,τι κι αν διαλέξουμε είμαστε χαμένοι. Ο Άμλετ μας είναι απελπισμένος και τον καταλαβαίνουμε. Έχει πιαστεί στην παγίδα της τυπικής λογικής που είναι γραμμική και αιτιοκρατική.
Σε μια συστημική αντίληψη δεν υπάρχουν δυαδικές αποκλειστικές σχέσεις, γραμμικές και αιτιοκρατικές ανάμεσα σε δυο μεταβλητές. Όλες οι μεταβλητές που συνθέτουν το σύστημα επεμβαίνουν και συμμετέχουν ενεργητικά στη δημιουργία ενός προβλήματος, όπως και στη δημιουργία της λύσης του. Μάλιστα δεν υπάρχει μόνο μια λύση, αλλά προσφέρονται πολύ περισσότερες. Η τυπική λογική που έχει ισχύ στο επίπεδο απλών συστημάτων δεν ισχύει σε πιο σύνθετα επίπεδα. Πρέπει να αλλάξουμε τρόπο. Το σόφισμα μας κλείνει ανάμεσα σε δυο επιλογές, αποκλείοντας κάθε άλλη συστημική εναλλακτική λύση που θα μπορούσε να έχει σαν αποτέλεσμα λύσεις διαρκείας. Όμως δέχομαι ότι είναι πολύ δύσκολο να υπερβούμε την τυπική λογική χωρίς προετοιμασία. Μας έχει συνοδεύσει και μας έχει στηρίξει στη μάχη για την επιβίωσή μας στη διάρκεια όλης μας της ιστορίας, πρώτα με τον Έλληνα φιλόσοφο Αριστοτέλη που την κωδικοποίησε κι ύστερα με τον Γάλλο φιλόσοφο Descartes που την διέδωσε στη Δύση. Το σχολειό κι ολόκληρη η παιδεία μας είναι κλεισμένα, φυλακισμένα, είναι αιχμάλωτα αυτού του ψευδοδιλλήματος. Οι ωραίοι μας δάσκαλοι είναι απελπισμένοι Άμλετ, γιατί νιώθουν υποχρεωμένοι να τιμωρήσουν ή να ανταμείψουν με την ελπίδα να αλλάξουν τις συνθήκες της εκπαιδευτικής ζωής που δεν είναι ικανοποιητικές. Κάποιες φορές οι επεμβάσεις αυτού του είδους προκαλούν βραχυπρόθεσμα μια μείωση των προβληματικών εκδηλώσεων. Πάντως, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα όλα ξαναγίνονται όπως πριν κι ακόμα χειρότερα, όπως η κίνηση της παλίρροιας που αποσύρεται, αλλά ξαναγυρίζει με περισσότερη δύναμη και αποφασιστικότητα. Το ζευγάρι: τιμωρία - ανταμοιβή, του αγαπητού μας Skinner δημιουργεί ένα σύστημα αρνητικής ανάδρομης κίνησης. Τι να κάνουμε λοιπόν; Αφού για να αναπτυχθούμε έχουμε ανάγκη από μια θετική ανάδρομη κίνηση, πρέπει μάλλον να χτίζουμε αντί να γκρεμίζουμε.
|